ανάλυσ|η <-εις> [aˈnalisi] SUBST f
1. ανάλυση TYPO:
- ανάλυση (διαχωρισμός των συστατικών στοιχείων) (οθόνης)
-
- ανάλυση εκτύπωσης
-
- οριζόντια ανάλυση
-
- ανάλυση οθόνης
-
- ανάλυση οθόνης
-
2. ανάλυση (εξέταση) CHEM:
- ανάλυση
- Analyse f
-
- etw analysieren
- ανάλυση αερίων
-
- ανάλυση αίματος
-
- ανάλυση αιτίων
-
- αλγεβρική ανάλυση
-
- γενική ανάλυση ECON
-
- ανάλυση των ισολογισμών
-
- ανάλυση κόστους
-
- ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας
-
- οικονομική ανάλυση (της οικονομίας)
-
- οικονομική ανάλυση (των χρημάτων)
-
- φασματοσκοπική ανάλυση
-
PONS OpenDict
Would you like to add a word, a phrase or a translation?
We'd love you to send us a new entry for PONS OpenDict. The submitted suggestions are reviewed by the PONS editorial team and incorporated into the results accordingly.