Greek » German

δαρβινιστής (δαρβινίστρια) [ðarvinisˈtis, ðarviˈnistria] SUBST m/f (f)

δαρβινιστής (δαρβινίστρια)
Darwinist(in) m (f)

παρουσιάστρια [parusiˈastria] SUBST f TV

δαρβινικ|ός <-ή, -ό> [ðarviniˈkɔs] ADJ

δράστης [ˈðrastis] SUBST m, δράστιδα [ˈðrastiða], δράστρια [ˈðrastria] SUBST f

Would you like to add some words, phrases or translations?

Submit a new entry.

Choose your language Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский