Greek » German

Translations for „ανεπίτρεπτος“ in the Greek » German Dictionary (Go to German » Greek)

ανεπίτρεπτ|ος <-η, -ο> [anɛˈpitrɛptɔs] ADJ

1. ανεπίτρεπτος (απαγορευμένος):

ανεπίτρεπτος

2. ανεπίτρεπτος (που ξεφευγει από το κανονικό: συμπεριφορά):

ανεπίτρεπτος

Would you like to add some words, phrases or translations?

Submit a new entry.

Choose your language Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский