προβολή [prɔvɔˈli] SUBST f
1. προβολή:
- προβολή MECH, MATH, GEOM, PSYCH
-
- γνωμονική προβολή
-
- ισεμβαδική προβολή
-
- κεντρική προβολή
-
- κυλινδρική προβολή
-
- κωνική προβολή
-
- ορθογραφική προβολή
-
- οριζόντια προβολή
-
- παράλληλη προβολή
-
- πλάγια προβολή
-
- πολική προβολή
-
- πολυκωνική προβολή
-
- προοπτική προβολή
-
- σύμμορφη προβολή
-
- σφαιρική προβολή
-
- χαρτογραφική προβολή
-
2. προβολή (ταινίας, παράσταση):
3. προβολή (εμπορεύματος, με διαφημήσεις κτλ):
- προβολή
-
4. προβολή PSYCH:
- προβολή
-
PONS OpenDict
Would you like to add a word, a phrase or a translation?
We'd love you to send us a new entry for PONS OpenDict. The submitted suggestions are reviewed by the PONS editorial team and incorporated into the results accordingly.